Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Περιπλάνηση στους δρόμους μου.

                                                             Θα μπορούσα να είμαι ένας γραφικός τύπος, μέσα από τις εικόνες που μου δίνουν τα τραγούδια του Tom Waits.Να με βάζω να περπατώ αργά, ίσως και λίγο περά δώθε, μέσα στην νύχτα. Στην πόλη μου φυσάει αυτή την στιγμή, αλλά εγώ θέλω να κρατήσω την χθεσινή βροχή μέσα στο μυαλό μου και έτσι να τριγυρνώ στους δρόμους. Με ένα τσιγάρο στο χέρι να το προφυλάσσω, πολύτιμο αγαθό, από την βροχή.
        Λιγοστά φώτα που χαίρονται στις γιορτές, χαμηλώνουν από ντροπή και χαιρετούν τους περαστικούς μέσα από τις λαμπερές βιτρίνες. Ευτυχώς λιγοστοί οι ξενύχτηδες διαβατές. Με προσπερνούν χωρίς να μου δίνουν πολύ σημασία.
        Δεν θέλω άλλωστε. Δεν με νοιάζει να με βλέπουν, να με δείχνουν. Γι αυτό ζω μόνο αργά το βράδυ ,όταν η μοναξιά τυλίγει τους ανθρώπους
                                                                    ~
        Συντροφιά τις παραπάνω σκέψεις, με φέρνω πάνω στην προβλήτα, περπατώ την Νίκης, χαμένος από την μαγεία αυτής της πόλης, που έχει χαθεί μαζί μου και αυτή. Είναι το γλυκό όνειρο κάθε Νοτιοελλαδίτη, χαμένο κάπου στην θολούρα από τα ξενύχτια και τις γυναίκες αυτή η παραλιακή. Όνειρο που έγινε πραγματικότητα και βρέθηκα να περπατώ εδώ.
       Αυτές οι ώρες είναι ο χρόνος της αυτοκριτικής τελικά. Με πιάνει  ο εαυτός μου, με καθίζει σε ένα σκαμνί και με αρχίζει, τι, που, πως, γιατί…

    -Ρε, δεν θέλω να σου πω κουβέντα, κατέβηκα να κάνω το τσιγαράκι μου και να τζάσω…

       Αλλά δεν καταλαβαίνει τίποτα αυτός. Με αρχίσει σαν συναυλία των Motorhead! Με τόσο εξάψαλμο  κάθομαι  στο παγκάκι εδώ, πίσω ο λευκός  Πύργος, στο βάθος  πλοία, θάλασσα, το λιμάνι δεξιά, φώτα και εγώ τα αγνοώ χαρακτηριστικά,  ψάχνοντας  τις τσέπες για το  2ευρω μήπως πάρω μια-δυο μπίρες.
       Δεν απαντάω στις ερωτήσεις του. Βαρέθηκα και αυτόν και ίσως όλα εδώ επάνω στον βορά. Αλλάζω στο μυαλό μου σταθμό για πιο John Lee Hooker ρυθμούς και στέλνω τον εαυτό μου να πάρει εκείνες τις μπύρες από το κοντινό περίπτερο, που όλοι τώρα το σκέπτεστε.

        Επιτέλους! Μοναξιά!

        Η ευτυχία της στιγμής. Αέρας, βροχή, κρύο. Αλλά νιώθω τόσο ζεστός μέσα μου. Ανάβω πάλι τσιγάρο. Ας είναι καλά ο φίλος που μου έδωσε το πακέτο. Κλείνω τα μάτια μου για να απόλαυσω, έχοντας χαράξει την εικόνα που μόλις είδα στα μάτια μου.

                                                                    ~
       Μια, δυο ρουφηξιές ήταν αρκετές και σαν τους γέρους γυρολόγους που μιλούσαν στα στοιχιά αυτές τις ώρες, άθελα μου ακούω τον βαρδάρη να μου ψιθυρίζει.

Μια μέρα
Ένα στόμα θα ψιθυρίσει μαγικές λέξεις
Μέσα στο αυτί σου,
θα ελευθερώσει την ψυχή σου
Και θα σε πάρει από το χέρι,
Για βόλτα ατελείωτη,
Στο μουσείο των φαντασιώσεων.
Θα είναι αυτό,
που κάπου εκεί θα σε κοιτάζει,
Όταν κάνεις οτιδήποτε,
με μάτια λουσμένα στο φως,
Μαγεμένο από τον μυστικισμό της γοητείας σου…
Θα σε τυλίγει με τις ανάσες  μαύρου σεντονιού,
Πάνω σε σιδερένιο κρεβάτι
Και μέσα από λιτανείες
θα ξεπροβάλεις.
Το καλύτερο του έργο, σε μαρμάρινο γλυπτό.

Έτσι, ήρεμα,
Πάνω στην μικρή σου ησυχία
Μια μορφή θα γίνει η φασαρία σου .
Μικρά ξυλάκια θα κάνει τα πολυπόθητα όνειρα σου ,
φτιάχνοντας πύργο τρανό.
Θα κάτσει την μοναξιά σου τιμωρία
Και με μικρά διαλείμματα
Θα σου ελέγχει τα μικρά σου κύτταρα,
Αυτοϊκανοποίοντας τον ναρκισσισμό σου.

       Σαν μελώδια καλοκαιρινής νύχτας ατελείωτου οργίου ακούστηκε μέσα μου. Το τσιγάρο είχε κιόλας καεί. Κιόλας? Σαν όλα να ήταν ακινητοποιημένα για λίγες στιγμές. Σαν να ξύπνησα μέσα σε όνειρο και αυτό να με κατάλαβε. Μάζεψε το σκηνικό του  γύρο μου ξαφνικά. Με άφησε ακούνητο να το βλέπω να χάνεται.
       Σε έπιασα, ήταν η λέξη που ήρθε στο μυαλό, αλλά δεν είχα πιάσει τίποτα. Στους εσωτερικούς μου λαβύρινθους κυριάρχησε χάος, όπως πάντα όταν πρέπει να σκεφτώ τι είναι αυτό που γεύομαι. Ο αέρας, τα λόγια που ένιωσα ότι άκουσα. Ο χρόνος που ίσως σταμάτησε να μου τα πει. Ο ανικανοποίητος εγωισμός που θέλει να ζήσει στέλνει μικρά ηλεκτροσόκ ιδεών και αισθήσεων.
       Ασυναίσθητα έβαλα τσιγάρο στο στόμα και το άναψα. Αν ήμουν ταινία θα με είχαν κόψει, σκέφτηκα, για τα μικρά παιδιά.  Σηκώθηκα, κούμπωσα καλύτερα το μπουφάν μου. Άρχισα τον δρόμο αντίστροφα για την πλατεία  Αριστοτέλους.  Έκανα ένα «κλακ» με τα δάκτυλα μου, άρχισε να σιγοβρέχει. Αργά εμφανίστηκαν οι γνώστες λιμνούλες και βρέθηκα να τρεκλίζομαι να τις περάσω.
                                                                      ~
       Θα πρέπει να τελειώσω αυτή την αγαπημένη μου περιπλάνηση στους δρόμους  τις πόλης μου. Έχει περάσει 4 το πρωί  και σε λίγο τα πρώτα λεωφορεία θα μου κάνουν παρέα και θα χαλάσουν τους ήχους τις πόλης που κοιμάται.
      -Καλά, ρε παιδία, όσοι κοιμούνται.

        Έτσι, φέρνω με γρήγορες κινήσεις τον ηρώα μου, εμένα δηλαδή πίσω. Έδω, που όλα άρχισαν να τριγυρνάμε στο μυαλό μου. Τα τραγούδια που με μάγεψαν σήμερα, τα άτομα που μίλησα, τα όνειρα που είδα χτες στον ύπνο μου και ακόμα με περικυκλώνουν...

                                                                                                            Ευχαριστώ!

                                                                                                                                                 Trip73p
                                                                                                                                          0 8 / 0 1 / 2 0 1 2