Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Κυριακή μεσημέρι.

                             Έχω αρχίσει να κατηφορίζω την Θεοτόκη στο Χατζηκυρίακειο. Πορεία  μου  η ακτή Θεμιστοκλέους. Ο καιρός είναι θαυμάσιος σήμερα. Η τέλεια παρέα για βόλτα. Μυρίζει καλοκαίρι με μια δόση δροσιάς από την θάλασσα να μου φέρνει  στο μυαλό όμορφες εικόνες από τα εφηβικά καλοκαίρια μου στον Πειραιά.
                  Αφήνω πίσω μου την σχολή Ναυτικών Δοκίμων και επιτέλους, γεμίζουν τα μάτια μου από θάλασσα. Μεσημεριάζει. Σκέπτομαι τον κόσμο που θα δω στα καφέ πιο πέρα, μηχανές, αυτοκίνητα, στριμωγμένα. Ανθρώπους να γελάνε, να παίζουν,  να φωνάζουν, να απολαμβάνουν τούτες τις στιγμές χαλάρωσης αυτό το όμορφο μεσημέρι.
                Ακουμπάω λίγο να πάρω μία ανάσα στα κάγκελα του πεζοδρομίου από την μεριά της θάλασσας. Απέναντι μου, αιώνες τώρα η Σαλαμίνα και η Αίγινα. Ανάμεσα τους καράβια μικρά, μεγάλα, επιβατηγά, εμπορικά δημιουργούν γέφυρες επικοινωνίας  με άλλα μέρη.
                 Ναι! Είναι μια υπέροχη, μια καταπληκτική ημέρα για περπάτημα, Κυριακή. Τόσο τέλεια που έχω ξεχάσει πως βρέθηκε το κουτάκι με την μπύρα στο χέρι.  Πίνω μια μεγάλη δόση και ανάβω τσιγάρο, κοιτάζοντας το κόκκινο καταμαράν που μόλις βγήκε από το λιμάνι και επιταχύνει για τα νησιά του Αιγαίου. Το ακλούθησα με το βλέμμα μου για ώρα, κοιτώντας το να δημιουργεί την ρότα του. Σώθηκε το τσιγάρο.
                   Αποφάσισα να συνεχίσω την βόλτα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο με κατεύθυνση τον Σταυρό που τον βλέπω λίγο πιο κάτω. Ένας πελώριος τσιμεντένιος Σταυρός, χρόνια τώρα εκεί να κοιτάζει τα πλοία που κόβουν ταχύτητα πριν μπούνε στο λιμάνι. Σημείο αναφοράς για τους περπατητές αλλά και έντονων διαξιφισμών στο παρελθόν για την αισθητική του και την σημασία του.
                  Πάντα, σταματώ σε αυτό το σημείο του Πειραιά, για να δω τον Σταυρό. Ακόμα από τότε που ερχόμουν πιτσιρικάς με τον πατέρα μου για βόλτα, κάτι με τραβούσε. Προσκύνημα σε ναό κατά κάποιο τρόπο. Ίσως ότι αντικρίζω κάτι από την αρχαία Ελλάδα στην γωνία αυτής της πόλης. Με το αεράκι έρχεται το άρωμα της από τα τείχη του Θεμιστοκλή που την περιτριγύριζαν.
                  Κατεβαίνω κάτω στα βραχάκια. Αυτές οι πέτρες φυλάνε την τη γη αιώνες .Πατάω επάνω τους. Μακρόστενες, σμιλευμένες. Κάποια παιδία έχουν αποτυπώσει την ματαιοδοξία τους για το αιώνιο με σπρέι επάνω τους.
                Άρχισα να τραγουδώ ένα τραγούδι. Άρχισα να κοιτώ πιο μακριά.
‘’Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός
Σε καίει, σε σκορπάει και σε παγώνει …’’
 Έφτασε το μάτι μου ως την Γλυφάδα, ακόμα πιο πέρα. Τόσα μικρά ιστιοπλοϊκά έπαιζαν μεταξύ τους επάνω στα νερά. Μικρές άσπρες σημαίες που τις κρατούν τα παιδάκια και τις κουνούν  πέρα δώθε με επίμονη.
‘’Μα εσύ σε λίγο δεν θα βρίσκεσαι εδώ
Κάποιοι άλλοι θα παλεύουν με τη σκόνη…’’
             

          Κάνω την κίνηση να κατεβάσω άλλη μια γουλιά από την πάντα παγωμένη μπύρα μου. Κάτι με κεντρίζει να κοιτάξω πιο προσεκτικά  αριστερά κάτω από την βάση του Σταυρού που τώρα ορθώνεται επιβλητικά μπροστά μου.
                 Ένα λευκό, δυνατό, καθαρό φως καρφώθηκε στο βλέμμα μου και με αποσυντόνισε από την χαλάρωση του τοπίου. Είχε χρωματιστά λουλουδάκια επάνω στο λευκό του φόρεμα, που τόνιζαν τα γυμνά του πόδια, ξανθά μαλλιά και ένα πανέμορφο χαμόγελο, τόσο φωτεινό, σαν τα αστέρια να της το έκαναν δώρο. Ξέχασα ποιος ήμουν, τι ήρθα να κάνω εδώ. Σταμάτησα  εκεί, επισκέπτης σε μουσείο να κοιτάζει το δημιούργημα του καλλιτέχνη, αποσβολωμένος και χαμένος μέσα στα συναισθήματα που του ελευθερώνει.
               Ίσως προχώρησα κοντά της, δεν κατάλαβα. Γύρισε με κοίταξε με δυο μικρά γλυκά θλιμμένα αλλά εξίσου φωτεινά σαν το χαμόγελο της μάτια. Δεν την είδα να μιλάει, ένιωσα απαλά στα αυτιά μου την φωνή της. Τρυφερή, ήρεμη, έμοιαζε με την θάλασσα που πριν κοιτούσα.
-  Ήρθες τελικά! Στην ώρα σου…
Δεν μπόρεσα να ψελλίσω τίποτα. Γέλασε πάλι σαν μικρό παιδί.
-  Έλα, κάθισε διπλά μου, μου πρόσφερε την θέση διπλά της, επάνω στον βράχο που καθόταν.
             Κάθομαι  εκστασιασμένος. Δεν μπορώ να καταλάβω τι βλέπω μπροστά μου. Αν είναι αλήθεια αυτό που ζω. Ένιωσα να παγώνει ελαφρά το χέρι μου από το κουτάκι της μπύρας. Σαν να ίσιωσε  το αλουμίνιο του περίβλημα, επαναφέροντας με ομαλά στην πραγματικότητα. Ξεκίνησα τις εσωτερικές μου ερωτήσεις, μα δεν πρόλαβα να τις συντάξω μέσα μου. Ήρθε το φως της και με τύλιξε, γύρισα να την κοιτάξω χωρίς να με νοιάζει εάν αυτό με τυφλώσει.
-  Ακόμα αναρωτιέσαι  για κάτι τόσο απλό; Άνοιξε λίγο το μυαλό σου. Γέμισε την καρδιά σου με όμορφα συναισθήματα και κοίταξε πάλι. Μόνο αυτό κατάλαβα ότι άκουσα.
             Ένιωσα το χάδι της να με ακουμπά στο χέρι απαλά. Με μεγάλη ταχύτητα το μυαλό μου γύρισε λίγο πίσω τις εικόνες του. Σαν προηγούμενες σκηνές ταινίας σε κάποιον player άρχισα να ξαναζώ τις σημερινές μου εικόνες, από κει που ξεκίνησα τον ανέμελο μου περίπατο αυτή την όμορφη μέρα…
              Τώρα κοιτούσα καλύτερα γύρο μου. Όλα πιο αστραφτερά. Έθεσα τα ερωτήματα μου με την σειρά και τρόμαζα με τις απαντήσεις μου. Τι μέρα είναι σήμερα; Γιατί είναι όλη η πόλη χωρίς ανθρώπους, γιατί τα πλοία είναι άδεια; Τα μαγαζιά; γιατί η μπύρα είναι ακόμα παγωμένη; Γιατί είμαι εδώ;
-   Όλα όσα δεν βλέπεις  είναι  μια άλλη διάσταση που εσύ άπλα άφησες πριν από λίγο, ήρθε μέσα μου η φωνή της.
-  Μα… νιώθω …τον αέρα, βλέπω… γύρο μου…
-  Τα πάντα !Με συμπλήρωσε χαμογελώντας σαν αυτή την ιστορία, αυτά τα λόγια να τα έχει πει πολλές φορές σε πρόβα και τώρα να παίζει το ρόλο της.
-  Βλέπεις τα πάντα αλλά από άλλη οπτική γωνιά για να στο πω πιο άπλα. Βλέπεις κάτω σου  γη, χώμα. Αίσθηση, αέρας. Αφή, το κουτάκι που κρατάς. Είσαι ο ίδιος στο ίδιο σημείο που είσαι, άπλα έχεις αλλάξει. Μεταφέρθηκες σε μια άλλη διάσταση, υπαρκτή και ταυτόχρονη με την ανθρώπινη σου. Όλα υπάρχουν γύρο σου, αλλά σε κάποιο άλλο μήκος κύματος. Δεν σε βλέπουν, δεν τους βλέπεις, εκτός αν θέλεις.
            Πετάχτηκα απότομα, κάτι μέσα μου έκανε θόρυβο. Έκανα ένα βήμα πίσω, τρόμαξα ακόμα πιο πολύ. Είμαι πάνω από την θάλασσα. Έτρεξα δίπλα της, νιώθοντας κοντά της προστασία.
-   Σε λίγο θα το έχεις συνηθίσει. Θα σου αρέσει τόσο πολύ που μπορεί και να κολλήσεις εδώ. Σε αυτήν την κατάσταση. Αλλά αυτό δεν θα είναι το καλύτερο. Είναι  για αυτούς που ακόμα ψάχνουν τον τρόπο να αγαπούν, που ακόμα από μέσα τους δεν ξεφωλίαστηκε  το μίσος.
           Η ανθρώπινη αυτοάμυνα μου προσπαθεί να με ηρεμίσει ,για άλλη μια φορά να κατατάξει τις ερωτήσεις και τις απότομες γνώσεις στην καρδιά πια, αφού το μυαλό είναι μόνο για την σκέψη και την επεξεργασία.  Υποχρεώνει  το μυαλό να αντιδράσει ρωτώντας τα αυτονόητα. Έτσι η φωτεινολουσμένη κοπέλα χαμογέλασε ακόμα περισσότερο κάνοντας με να ηρεμίσω με αυτή της την κίνηση.
-  Φτιάξε ένα παράθυρο εδώ, στον ουρανό, απλά πίστεψε ότι έχει κιόλας γίνει, ναι ,έγινε κιόλας…
         Ξύλινο πλαίσιο, ξύλινα μπλε σκούρα παραθυρόφυλλα αιγαιοπελαγίτικου ρυθμού στάθηκαν λίγο πιο πάνω από το κεφάλι μου.
- Ειδές  ποσό απλά είναι τα πράγματα στο σύμπαν; Δεν ζητάς, απλά λες ότι έχει συμβεί. Πιστεύεις ότι έχει συμβεί, νιώθεις ότι έχει συμβεί. Όλα αυτά γύρο σου, σήμερα, στον δικό σου παρόν είναι δικά σου δημιουργήματα γιατί ένιωσες, σκέφτηκες ότι θα γίνουν καιρό πριν, μια στιγμή πριν… Στο άπειρο σύμπαν ο χρόνος δεν προσδιορίζεται με νούμερα, με ώρες, είναι παρελθόν, παρόν και μέλλον. Χρειάζεται μόνο να έχεις γνώση.
             Ακλούθησε πρωτόγνωρη  σιωπή. Η θάλασσα κυμάτιζε χωρίς ήχους. Φυσούσε από νότια αλλά δεν κουνούσε τα μαλλιά μου. Είμαι μόνος εδώ. Αρχίζω να συνειδητοποιώ το παιχνίδι. Βιωματικές καταστάσεις ενώνονται, κάνουν μια εξίσωση γνώσεων  που μόνο εδώ υπάρχει το αποτέλεσμα.
‘’Θέλεις ξανά ν' αποτελειώσεις μοναχός
Ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει
Κάτω απ' τα ρούχα σου ξυπνάει ο πιο παλιός θεός
Μες τις βαλίτσες σου στριμώχνονται όλοι οι δρόμοι’’
Συνέχισα να ψιθυρίζω το τραγούδι με μάτια φωτεινά αυτή την φορά.


-     Το ταξίδι  που σιγομουρμουρίζεις δεν τελειώνει ποτέ, απλά μεταβάλλεται, μεταφέρεται. Είναι η ωρίμανση σου σαν οντότητα μέσα στο σύμπαν. Είσαστε τόσο όμορφες οντότητες… Κρίνατε όμως λάθος μέσα στον χρόνο τη δύναμη σας ,τη γνώση σας. Τρομάξετε! Την κρύψατε βαθιά στα τάρταρα σας και ορίσατε θρησκείες για εξουσίες, που με την σειρά τους όρισαν άλλες εξουσίες πιο απόμακρες από τον αρχικό σκοπό, την γνώση! Μεταβληθήκατε σε τέρατα απληστίας που δεν μπορείτε να ξεχωρίσετε την αγάπη από το μίσος και το συμφέρον, εφευρίσκοντας τον εγωισμό καταστρέψατε το είδος σας και τώρα…
           Άκουγα τη φωνή μέσα μου. Έβλεπα το φως  κατάματα να οργίζεται. Να σκουραίνει την λάμψη του και σιγά-σιγά το περιβάλλον μου, αυτή η δική μου διάσταση που έβαλα τον εαυτό μου για την πρώτη του προσαρμογή να χάνει τα χρώματα του. Γκριζάρει  την θάλασσα, τον ήλιο, τα νησιά… Όλα. Αφήνει μόνο το παράθυρο μου να αιωρείται εκεί, με το ίδιο μπλε του Αιγαίου χρώμα.
-     Είναι ακόμα η έξοδος σου, με πρόλαβε, διαβάζω από μέσα σου τα θέλω σου ,ένιωσα να μου λέει. Όπου να είναι θα αρχίσεις να πονάς αν αποδεκτής ότι θέλεις να πετάξεις μέσα από το παράθυρο. Ο δημιουργός σου, σου έδωσε αυτό το δικαίωμα. Ελευθερία! Ελευθερία στις επιλογές σου. θυμήσου όμως τον όρο… Ελευθερία με όρια, τα όρια του συνάνθρωπου σου.
-     Δεν θα σου πω εγώ, ούτε θα σε διατάξω τι να κανείς. Σκέψου ότι αυτή την στιγμή δίνεις εξετάσεις στον ίδιο σου τον εαυτό, μακριά από τις κακίες σου, τους εγωισμούς σου και τα πάθη σου. Είσαι ψυχικά γυμνός και μόνος. Παρέα,  τα συναισθήματα σου, να σου δείχνουν τα λάθη σου, οι κακές σου πράξεις, να γίνονται ενοχές και να σε τσακίζουν οι τύψεις. Μέσα από αυτές  μαθαίνεις. Μαθαίνεις να πονάς και όταν τις ξεπεράσεις, πιο δυνατός…
  -    Κάθισα αρκετά, εσύ ορίζεις μέσα στον  ναό σου τον χρόνο σου στο διάστημα. Στο κενό για κάποιους, αλλά μήπως η λύση έρχεται από εκεί;
           Δεν ήθελα να κοιτάξω άλλου, μόνο στο φως που αιωρήθηκε αργά και εξαϋλώθηκε. Ήρθε κρύο, ρίγος με κυριεύει. Έκλεισα τα μάτια. Γύρο μου κτίρια  γκρεμίζονται, θάλασσες  λυσσομανούν. Ουρλιαχτά του παρελθόντος διαλύονται οργισμένα πάνω μου. Πρόσωπα χαμένα, αγαπημένα ήρθαν δίπλα μου. Ένιωσα τους καθρέπτες του ναρκισσισμού μου και των ψεμάτων μου να σπάνε σε χιλιάδες κομμάτια. Ένιωσα την θάλασσα να ηρεμεί μαζί με μένα. Ένιωσα πάλι ένα χάδι να με ζεσταίνει.
       
Συναίσθημα  ευτυχίας.


        Όσο για την απόφαση μου…

Trip73p
1 8 / 0 1 /2 0 1 2


Σημ.: Στο παραπάνω κείμενο έχω δανειστεί στοίχους από το τραγούδι «Καινούρια ζάλη»
Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας  Μουσική: Τρύπες