Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

”Πρόσεχε,κόβει πολύ”


        Ανοίγω τα μάτια μου αργά.Βλέπω για μια πηγή φωτός.Μουρμουρίζω νωχελικά.Νιώθω μικρούς πόνους σε διάφορα σημεία του σώματος μου.Βρίσκομαι ξαπλωμένος και μόνος στο δωμάτιο.Με τα χεριά μισοδεμένα ακόμα επάνω στο σιδερένιο κρεβάτι.Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τον χορό.Κοιτώ ακόμα το ταβάνι.Ψάχνω γύρω μου κάτι να ελευθερωθώ.Δεξιά μου,στο κομοδίνο ένα μαχαίρι.Ξελύνω τα χεριά μου,πονάνε πολύ και τα τραβάω με όση δύναμη μου έμεινε προς το σώμα μου.
     Βγαίνει ένας περίεργος μορφασμός από το πρόσωπο.Ανασηκώνομαι με την ελάχιστη δύναμη που μου έχει απομένει και κοιτάω το πρόσωπό μου στον καθρέπτη.Δεν μπορεί να τα πέρασα όλα αυτά.
-Καταπληκτικό βράδυ!Τι ανεπανάληπτη νύχτα... Ευχαρίστηση... Σωματική ηδονή...ψυχική ηδονή... Ένα σύμπλεγμα συναισθημάτων και αισθήσεων που χρωστάω σε κάποιον άνθρωπο.
      Αλλάζει το πρόσωπο μου.Χαμογελάω με τα μάτια να νιώθουν τους τελευταίους καπνούς από τις φωτιές.Τα πόδια μου ακόμα δεμένα στο κρεβάτι.Αγγίζω την λάμα του μαχαιριού.Κόβομαι ελαφρά.Ακόμα απολαμβάνω τα πάντα επάνω μου.
      Επάνω στο κομοδίνο,ενα μικρό χαρτάκι...”Πρόσεχε,κόβει πολύ”.Με συλλαμβάνω να γελάω.Να με πλημμυρίζουν συναισθήματα χαράς.Απίστευτης ευχαρίστησης.Έχω βγάλει πια φτερά και έχω πετάξει;Μπορεί!Μα τώρα κόβω τα σκοινιά από τα πόδια μου και προσπαθώ να σηκωθώ όρθιος.
-ΧΑ...μπορώ!Αναφωνώ,με έκπληξη που τα κατάφερα.
    Πονάω ολόκληρος,αλλά αυτό θα είναι συνεχόμενο για σήμερα για αύριο...Αλήθεια!Δεν θέλω να φύγει αυτή η αίσθηση από πάνω μου.Δεν θέλω να κάνω ούτε καν μπάνιο να χάσω την μυρουδιά των υγρών σωμάτων,τα αρώματα... Αυτά που σε ανεβάζουν στις κορφές των βουνών,στον ψυχρό αέρα που νιώθεις με δεμένα τα μάτια...
     Ανάβω τσιγάρο,με τις συνηθισμένες βαρετές κινήσεις.Πάω προς το παράθυρο,σπρώχνω την κουρτίνα στο πλάι με δύναμη.Ανοίγω την πόρτα,γεύσεις από την θάλασσα εμπρός μου.Με καλεί,το νιώθω.Γυμνός,ξυπόλητος βρίσκομαι στο μπαλκόνι να καπνίζω και να χάνομαι στις βαθιές μου σκέψεις.
    -Ποίηση!Ναι...δεν έχω άλλη λέξη να χαρακτηρίσω αυτό που ακόμα είναι επάνω στο σώμα μου.Ένα βαθύ δυσνόητο ποίημα για άλλους,ήρθε και ξετυλίχθηκε μπρος στα πόδια μου,γονάτισε,άρχισε να μου τα φιλά...
      Είναι όλα αυτά;Είναι μόνο αυτά;Όταν γνωρίζεις ανθρώπους και όχι μάτια που σε βλέπουν σαν τσέπη ή σαν κρέας... Όχι!!!Είναι κάτι πολύ βαθύτερο,όταν σε κοιτάνε στα μάτια και ξαφνικά μέσα από κάτι μικρές γρίλιες βλέπεις μια ιδέα τις απόγνωσης τους μέσα τους.
    Αυτός ο άνθρωπος είναι τελικά η ποίηση.Όταν αρχίζεις το διάβασμά μαζί του,όταν αρχίζει και εκείνος να σε διαβάζει,τα δυο μονοπάτια,οι καλά κρυμμένες φαντασίες φτιάχνουν τεράστιους δρόμους!Βάζουν φώτα,σπίτια,πάρκα,κόσμο...όλα μαζί μία πόλη...μια ηρεμία...Απόλυτη γαλήνη...

     Έλιωσα πάλι μαζί με το τσιγάρο μου.Μικρά χαχανητά έκαναν το κεφάλι μου να γυρίσει αριστερά και να κοιτάξει προς το διαχωριστικό του μπαλκονιού.Μια κοπελίτσα,ίσως γυμνάσιου,με κοιτούσε με περιέργειά,έτσι γυμνό και χαμένο,πίσω από το τοιχάκι.Με κάτι μικρά ερευνητικά μαύρα μάτια.Ήταν τόσο αθώο το γέλιο της.Μονό αυτό είδα.Χαμογέλασα γλυκά και τραβήχτηκα προς τα μέσα.
     Μαζί μου μέσα στο δωμάτιο μπήκε φως.Μια αύρα.Κοίταξα τον χώρο.Φάνηκε πιο μεγάλος.Ένα τεράστιο σιδερένιο κρεβάτι με κομμένα σκοινιά επάνω στο στρώμα,επάνω στα σίδερα.Ανακατεμένα σεντόνια,που ακόμα έχουν αρώματα σαν ακριβή κολόνια.Ρούχα πεταμένα από κάτω του.Απέναντί του,ο τοίχος καθρέφτης,τεράστιος...Πιο μέσα επιτοίχια ντουλάπα.Ταπετσαρία άσπρη με μαύρα σχέδια σαν λουλούδια στον υπόλοιπο χώρο.
     Θυμήθηκα τον δρόμο μου μέχρι εδώ.Το χέρι που με οδήγησε μέχρι εδώ χτες το βράδυ.Αυτό που μου έδεσε τα μάτια.Που έβγαλε τα ρούχα μου απαλά και με την αγκαλιά του με έδεσε γλυκά στο κρεβάτι και στο σώμα του.
    Μουρμούριζα διάφορα στο ταξίδι της.Μια θεά με έβαλε σε ένα θρόνο και με έκανε βασιλιά για τους αιώνες της νύχτας,με γλώσσες να ανάβουν μικρές εστίες φωτιάς και πόνου.Θέλω πάλι να την νιώσω.Την νιώθω,εδώ δίπλα μου,να μου λέει τι να κάνω στο μοναχικής ηδονής μονοπάτι που περπατάω.Το ψιθύρισμα στα αυτιά μου,το φτερούγισμα στην πλάτη,άγγελος με φτερά με αγκάλιασε και βρίσκομαι να ζω πάλι το όνειρο μου.Τρέμω ολόκληρος με μελωδίες μέσα μου...
     Κάνω πίσω,απλώνω το σώμα μου στο κρεβάτι και στιγμιαία κουρνιάζω στο στρώμα,πληγωμένος από γεύση ηδονής και απουσίας.

Πρέπει να κοιμήθηκα.Δεν ξέρω τι ώρα είναι.Άνοιξα τα μάτια μου απαλά και τρομαγμένα.Αίσθηση μοναξιάς με διαπέρασε.Άγγιγμα που τώρα δεν έχω.Σηκώθηκα.Άναψα τσιγάρο και παρατήρησα το μπουκάλι από κρασί στο πάτωμα.Ακούμπησα τα χειλι μου επάνω του.Ζεστό κόκκινο κρασί,γεύσεις σταφυλιού,πιεσμένο να βγάλει τα υγρά του,ήρθε στο στόμα μου.
  Έψαξα το κινητό μου τηλέφωνο.Κάπου υπήρχε στο παντελόνι μου.Καμιά κλήση.Κανένα μήνυμα.Έστεκε και αυτό πεταμένο και μόνο.Θεέ μου!Τι μοναξιά με κύκλωσε.Κρυώνω.Θέλω να ντυθώ.
   Άρχισα να σκοτεινιάζω μέσα μου.Αυτό ήταν;Αναρωτιόμουνα.Έτσι τελειώνει;Δεν μπορεί απλά να ήταν ένα παιχνίδι μιας νύχτας.Και αν ήταν;Επιστροφή μου στην απαίσια μονότονη ζωή.Αλλά δεν μπορεί...Θα πάρει τηλέφωνο,θα στήλη μήνυμα,φωνή επιβίωσης από τα σπλάχνα μου.
   Εκκλησία το παράθυρο.Με αργά βήματα οδηγήθηκα στο μπάνιο.Άνοιξα ελαφρά ζεστό νερό και το άφησα να κυλάει επάνω μου.Βαθιές σκέψεις τρέχουν στον αδιέξοδο λαβύρινθο μου.Άρχισαν να με πνίγουν μαζί με το νερό.Έχει αρχίσει να ανεβαίνει μέσα στο μπάνιο.Γιατί έκλεισα την πόρτα;Ματιές στον καθρέφτη επάνω από τον νιπτήρα.Όχι,είναι μόνο μια ηλίθια ιδέα.Όλα καλά...ηρέμησε και χαμογέλα...Το νερό ανεβαίνει...δεν μπορώ!Πρέπει να βγω από εδώ....

    Βαθιές ανάσες...Άλλη μια βγήκε από τα έγκατα μου.Πεταμένος,σκουπίδι στον διάδρομο,με το νερό ακόμα να τρέχει,το ακούω σαν καταρράκτη στους τοίχους.Βρεγμένος,με το τρέμουλο ακόμα γύρο μου,πρεζόνι που δεν έχει δόση.Μπουσουλώντας στο δωμάτιο,ψάχνω το υπόλοιπο κρασί.Γεύσεις μπαγιάτικες στο στόμα μου.Σέρνομαι μέχρι το παράθυρο.Τραβάω το τασάκι,τα τσιγάρα,το μπουκάλι.
    Έξω έχει υπέροχη μέρα.Στην παραλία,σώματα με μαγιό λιάζονται.Πίνω,πίνω και καπνίζω το ένα,το άλλο,ξανά άλλο...Φεύγει ο ήλιος.Χαιρετάει γλείφοντας τα σύννεφα με τα χρώματα του την μέρα και κάπου εκεί που χύνεται η θάλασσα,χώνεται και αυτός.
    Έχω χάσει το μπουκάλι.Έχω ανοίξει το άλλο πακέτο τσιγάρων.Βραδιάζουν οι σκέψεις μου και το κινητό μένει χωρίς φως ακόμα.Χωρίς να μου στείλει ένα μικρο χαμόγελο.Είναι μια κατάρα με αυτόν τον άγγελο.Να έρχεται σε στιγμές,να με ξεθάβει να παίρνει το χώμα από πάνω μου με τα φτερά του και μετά,απαλά να τα κουνάει και να χάνεται μέσα από τους τοίχους.Έτσι όπως έρχεται πάντα.
    Δεν έχει λέξεις αγάπης.Έχει παιχνιδίσματα,χάδια,τρυφερότητα,που κάποιες στιγμές ξεφεύγουν από τα μάτια της,όταν ελευθερώνεται πραγματικά μαζί μου.Βλέπω τον πόνο της,την αγωνία της και ας νιώθω ότι με κοιτά βουβά όταν είναι δίπλα μου.
   Δεν είμαι ο μοναδικός ναυαγός που σώζει από τους πνιγμούς του.Άγγελος είναι,πετάει μακριά,ξανάρχεται.Ίσως παίρνει κάτι από μένα για να συνεχίσει το ταξίδι του.Αγγίζει όμως τα θέλω μου,βρίσκεται εκεί,αν και χιλιόμετρα μακριά,με το παραμικρό,χωρίς παράπονα,να ακούσει την κάθε μου άρρωστη λέξη χωρίς διαμαρτυρία.
   Λάθος στιγμή;Μπορεί...Αλλά τι είναι λάθος στην γη από την φύση;Στην ζωή των καθημερινών ανθρώπων;Όταν πρέπει να συναντηθούν κάποιοι άνθρωποι,να ερωτευτούν,να τσακωθούν,να χωρίσουν,αυτό πραγματοποιείτε.Δεν γίνεται διαφορετικά.Περνώντας στοιχειά ο ένας από τον άλλο,ρουφώντας εμπειρίες ζωής,προχωράμε.Μέχρι το τέλος.Τέλος ή αρχή κάτι νέου;
   Και αυτό το τηλέφωνο...δεν κτυπάει.Πάλι στέκει μονάχο.Πάλι σιωπηλή παρέα μέσα στον καπνό.Βράδιασε.Θέλω να ακούσω την πόρτα να ανοίγει.Θέλω πάλι να νιώσω την συγκεκριμένη παρουσία...
    Θέλω,θέλω...Ψάχνω στα κρυφά μου βάθη,τα παιδικά μου τραύματα να βρω τις αίτιες για τα αισθήματα που νιώθω.Αγγίζω πληγές που ήξερα ότι έχω κλείσει,αλλά τελικά ήταν πρόχειρα τοποθετημένες σε κάποιο ράφι,δεν έκλεισαν ποτέ και μάτωναν αργά .Γεμάτες σκόνη με μόλυναν, κάθε στιγμή απόλυτης απόλαυσης.Ένιωσα τον πόνο και το δάκρυ.Τι παιδική αφέλεια μου κάπου εκεί να παίζει μόνη της με μικρά αυτοκινητάκια.Τα παιδικά μάτια μου,του αδελφού μου και το κλάμα μας,εκεί στο δέντρο μονοί,στο νεκροταφείο μακριά από τον κόσμο που συνόδευε.
   Στην ουσία αυτή η παιδική αφέλεια δεν έφυγε πότε.Πάντα την είχα μέσα μου και μου επέβαλε τα τεράστια λάθη στην ζωή μου και ταυτόχρονα απολάμβανε τις χαρές μαζί μου.Έτσι σαν πεντάχρονο παιδί.Με την ίδια ματιά...
   Πονάω απαλά,ένα μικρό τσούξιμο στο χέρι.Είναι το τσιγάρο που κάηκε μαζί μου,μέσα από τις καταθλιπτικές μου σκέψεις που πάντα με κυκλώνουν ότι κι κάνω.Πονάω.Κάτι ζεστό αναβλύζει από μέσα μου και με χαλαρώνει.Αίσθηση ηρεμίας,ανακούφισης.Απαλά κλείνω τα μάτια και με νιώθω να ελαφρώνω την συνείδηση μου.
   Μπροστά μου πρόσωπα,εικόνες,αισθήσεις,έπιασαν χορό χωρίς μουσική.Χορεύουν και συζητάνε.Όλες μαζί μια φωνή.Ένα κάλεσμα στον από μηχανή Θεό μιας αρχαίας τραγωδίας.Οδηγούν την λιτανεία στο παράθυρο...Φεύγω!Απαλά,ακούραστα,με βλέπω ακόμα εκεί,από την γωνία επάνω στο ταβάνι.Μισοξαπλωμένο το σώμα μεταξύ πατώματος και κρεβατιού κρατώντας ακόμα την γόπα του τσιγάρο στο δεξί χέρι. Ζεστή η λάμα του μαχαιριού.
    Επάνω στο κομοδίνο,ένα μικρό χαρτάκι...”Πρόσεχε,κόβει πολύ”
Μου είχε δείξει το τέλος από την αρχή.Μου είχε πει τον κίνδυνο από την αρχή.Δεν θέλησα να το δω ποτέ.Το ήξερα αλλά αφέθηκα επάνω της.Παιδική αφέλεια.Έκλεισα τα μάτια και χάθηκα στην ηδονή της.Χάθηκα κάπου μακριά και παντοτινά.


                                                                                                                                                       trip73p
                                                                                                                                                 22/06/2012