Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Γυμνά σπίτια

Σπίτια...
Ολόγυρα!

Στρατιωτική παραταξη.
Σκουπίδια!
Άνθρωποι με ματιά στραμμένα στο δικό τους άπειρο.
Κλαίνε!
Θυμώνουν!
Κάτω από ωχροκίτρινες λάμπες υποβρύχιων θαρρείς.
Άχρωμες αναμνήσεις.
Μονάχες πια να συνδέουν
Την συνείδηση τους.

Άπλα δωμάτια.
φτωχικές γωνίες του κόσμου.
Άπειρα σημεία στο χάρτη,
Φτιαγμένα από όνειρα.
Όμορφα!
Κείτονται έρημα!
Χλωμά!
Μόνα!
Νεκροί αυτόχειρες !


                                                                                                                      Trip73p
                                                                                                           2 7 / 0 1 / 2 0 1 2

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Κυριακή μεσημέρι.

                             Έχω αρχίσει να κατηφορίζω την Θεοτόκη στο Χατζηκυρίακειο. Πορεία  μου  η ακτή Θεμιστοκλέους. Ο καιρός είναι θαυμάσιος σήμερα. Η τέλεια παρέα για βόλτα. Μυρίζει καλοκαίρι με μια δόση δροσιάς από την θάλασσα να μου φέρνει  στο μυαλό όμορφες εικόνες από τα εφηβικά καλοκαίρια μου στον Πειραιά.
                  Αφήνω πίσω μου την σχολή Ναυτικών Δοκίμων και επιτέλους, γεμίζουν τα μάτια μου από θάλασσα. Μεσημεριάζει. Σκέπτομαι τον κόσμο που θα δω στα καφέ πιο πέρα, μηχανές, αυτοκίνητα, στριμωγμένα. Ανθρώπους να γελάνε, να παίζουν,  να φωνάζουν, να απολαμβάνουν τούτες τις στιγμές χαλάρωσης αυτό το όμορφο μεσημέρι.
                Ακουμπάω λίγο να πάρω μία ανάσα στα κάγκελα του πεζοδρομίου από την μεριά της θάλασσας. Απέναντι μου, αιώνες τώρα η Σαλαμίνα και η Αίγινα. Ανάμεσα τους καράβια μικρά, μεγάλα, επιβατηγά, εμπορικά δημιουργούν γέφυρες επικοινωνίας  με άλλα μέρη.
                 Ναι! Είναι μια υπέροχη, μια καταπληκτική ημέρα για περπάτημα, Κυριακή. Τόσο τέλεια που έχω ξεχάσει πως βρέθηκε το κουτάκι με την μπύρα στο χέρι.  Πίνω μια μεγάλη δόση και ανάβω τσιγάρο, κοιτάζοντας το κόκκινο καταμαράν που μόλις βγήκε από το λιμάνι και επιταχύνει για τα νησιά του Αιγαίου. Το ακλούθησα με το βλέμμα μου για ώρα, κοιτώντας το να δημιουργεί την ρότα του. Σώθηκε το τσιγάρο.
                   Αποφάσισα να συνεχίσω την βόλτα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο με κατεύθυνση τον Σταυρό που τον βλέπω λίγο πιο κάτω. Ένας πελώριος τσιμεντένιος Σταυρός, χρόνια τώρα εκεί να κοιτάζει τα πλοία που κόβουν ταχύτητα πριν μπούνε στο λιμάνι. Σημείο αναφοράς για τους περπατητές αλλά και έντονων διαξιφισμών στο παρελθόν για την αισθητική του και την σημασία του.
                  Πάντα, σταματώ σε αυτό το σημείο του Πειραιά, για να δω τον Σταυρό. Ακόμα από τότε που ερχόμουν πιτσιρικάς με τον πατέρα μου για βόλτα, κάτι με τραβούσε. Προσκύνημα σε ναό κατά κάποιο τρόπο. Ίσως ότι αντικρίζω κάτι από την αρχαία Ελλάδα στην γωνία αυτής της πόλης. Με το αεράκι έρχεται το άρωμα της από τα τείχη του Θεμιστοκλή που την περιτριγύριζαν.
                  Κατεβαίνω κάτω στα βραχάκια. Αυτές οι πέτρες φυλάνε την τη γη αιώνες .Πατάω επάνω τους. Μακρόστενες, σμιλευμένες. Κάποια παιδία έχουν αποτυπώσει την ματαιοδοξία τους για το αιώνιο με σπρέι επάνω τους.
                Άρχισα να τραγουδώ ένα τραγούδι. Άρχισα να κοιτώ πιο μακριά.
‘’Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός
Σε καίει, σε σκορπάει και σε παγώνει …’’
 Έφτασε το μάτι μου ως την Γλυφάδα, ακόμα πιο πέρα. Τόσα μικρά ιστιοπλοϊκά έπαιζαν μεταξύ τους επάνω στα νερά. Μικρές άσπρες σημαίες που τις κρατούν τα παιδάκια και τις κουνούν  πέρα δώθε με επίμονη.
‘’Μα εσύ σε λίγο δεν θα βρίσκεσαι εδώ
Κάποιοι άλλοι θα παλεύουν με τη σκόνη…’’
             

          Κάνω την κίνηση να κατεβάσω άλλη μια γουλιά από την πάντα παγωμένη μπύρα μου. Κάτι με κεντρίζει να κοιτάξω πιο προσεκτικά  αριστερά κάτω από την βάση του Σταυρού που τώρα ορθώνεται επιβλητικά μπροστά μου.
                 Ένα λευκό, δυνατό, καθαρό φως καρφώθηκε στο βλέμμα μου και με αποσυντόνισε από την χαλάρωση του τοπίου. Είχε χρωματιστά λουλουδάκια επάνω στο λευκό του φόρεμα, που τόνιζαν τα γυμνά του πόδια, ξανθά μαλλιά και ένα πανέμορφο χαμόγελο, τόσο φωτεινό, σαν τα αστέρια να της το έκαναν δώρο. Ξέχασα ποιος ήμουν, τι ήρθα να κάνω εδώ. Σταμάτησα  εκεί, επισκέπτης σε μουσείο να κοιτάζει το δημιούργημα του καλλιτέχνη, αποσβολωμένος και χαμένος μέσα στα συναισθήματα που του ελευθερώνει.
               Ίσως προχώρησα κοντά της, δεν κατάλαβα. Γύρισε με κοίταξε με δυο μικρά γλυκά θλιμμένα αλλά εξίσου φωτεινά σαν το χαμόγελο της μάτια. Δεν την είδα να μιλάει, ένιωσα απαλά στα αυτιά μου την φωνή της. Τρυφερή, ήρεμη, έμοιαζε με την θάλασσα που πριν κοιτούσα.
-  Ήρθες τελικά! Στην ώρα σου…
Δεν μπόρεσα να ψελλίσω τίποτα. Γέλασε πάλι σαν μικρό παιδί.
-  Έλα, κάθισε διπλά μου, μου πρόσφερε την θέση διπλά της, επάνω στον βράχο που καθόταν.
             Κάθομαι  εκστασιασμένος. Δεν μπορώ να καταλάβω τι βλέπω μπροστά μου. Αν είναι αλήθεια αυτό που ζω. Ένιωσα να παγώνει ελαφρά το χέρι μου από το κουτάκι της μπύρας. Σαν να ίσιωσε  το αλουμίνιο του περίβλημα, επαναφέροντας με ομαλά στην πραγματικότητα. Ξεκίνησα τις εσωτερικές μου ερωτήσεις, μα δεν πρόλαβα να τις συντάξω μέσα μου. Ήρθε το φως της και με τύλιξε, γύρισα να την κοιτάξω χωρίς να με νοιάζει εάν αυτό με τυφλώσει.
-  Ακόμα αναρωτιέσαι  για κάτι τόσο απλό; Άνοιξε λίγο το μυαλό σου. Γέμισε την καρδιά σου με όμορφα συναισθήματα και κοίταξε πάλι. Μόνο αυτό κατάλαβα ότι άκουσα.
             Ένιωσα το χάδι της να με ακουμπά στο χέρι απαλά. Με μεγάλη ταχύτητα το μυαλό μου γύρισε λίγο πίσω τις εικόνες του. Σαν προηγούμενες σκηνές ταινίας σε κάποιον player άρχισα να ξαναζώ τις σημερινές μου εικόνες, από κει που ξεκίνησα τον ανέμελο μου περίπατο αυτή την όμορφη μέρα…
              Τώρα κοιτούσα καλύτερα γύρο μου. Όλα πιο αστραφτερά. Έθεσα τα ερωτήματα μου με την σειρά και τρόμαζα με τις απαντήσεις μου. Τι μέρα είναι σήμερα; Γιατί είναι όλη η πόλη χωρίς ανθρώπους, γιατί τα πλοία είναι άδεια; Τα μαγαζιά; γιατί η μπύρα είναι ακόμα παγωμένη; Γιατί είμαι εδώ;
-   Όλα όσα δεν βλέπεις  είναι  μια άλλη διάσταση που εσύ άπλα άφησες πριν από λίγο, ήρθε μέσα μου η φωνή της.
-  Μα… νιώθω …τον αέρα, βλέπω… γύρο μου…
-  Τα πάντα !Με συμπλήρωσε χαμογελώντας σαν αυτή την ιστορία, αυτά τα λόγια να τα έχει πει πολλές φορές σε πρόβα και τώρα να παίζει το ρόλο της.
-  Βλέπεις τα πάντα αλλά από άλλη οπτική γωνιά για να στο πω πιο άπλα. Βλέπεις κάτω σου  γη, χώμα. Αίσθηση, αέρας. Αφή, το κουτάκι που κρατάς. Είσαι ο ίδιος στο ίδιο σημείο που είσαι, άπλα έχεις αλλάξει. Μεταφέρθηκες σε μια άλλη διάσταση, υπαρκτή και ταυτόχρονη με την ανθρώπινη σου. Όλα υπάρχουν γύρο σου, αλλά σε κάποιο άλλο μήκος κύματος. Δεν σε βλέπουν, δεν τους βλέπεις, εκτός αν θέλεις.
            Πετάχτηκα απότομα, κάτι μέσα μου έκανε θόρυβο. Έκανα ένα βήμα πίσω, τρόμαξα ακόμα πιο πολύ. Είμαι πάνω από την θάλασσα. Έτρεξα δίπλα της, νιώθοντας κοντά της προστασία.
-   Σε λίγο θα το έχεις συνηθίσει. Θα σου αρέσει τόσο πολύ που μπορεί και να κολλήσεις εδώ. Σε αυτήν την κατάσταση. Αλλά αυτό δεν θα είναι το καλύτερο. Είναι  για αυτούς που ακόμα ψάχνουν τον τρόπο να αγαπούν, που ακόμα από μέσα τους δεν ξεφωλίαστηκε  το μίσος.
           Η ανθρώπινη αυτοάμυνα μου προσπαθεί να με ηρεμίσει ,για άλλη μια φορά να κατατάξει τις ερωτήσεις και τις απότομες γνώσεις στην καρδιά πια, αφού το μυαλό είναι μόνο για την σκέψη και την επεξεργασία.  Υποχρεώνει  το μυαλό να αντιδράσει ρωτώντας τα αυτονόητα. Έτσι η φωτεινολουσμένη κοπέλα χαμογέλασε ακόμα περισσότερο κάνοντας με να ηρεμίσω με αυτή της την κίνηση.
-  Φτιάξε ένα παράθυρο εδώ, στον ουρανό, απλά πίστεψε ότι έχει κιόλας γίνει, ναι ,έγινε κιόλας…
         Ξύλινο πλαίσιο, ξύλινα μπλε σκούρα παραθυρόφυλλα αιγαιοπελαγίτικου ρυθμού στάθηκαν λίγο πιο πάνω από το κεφάλι μου.
- Ειδές  ποσό απλά είναι τα πράγματα στο σύμπαν; Δεν ζητάς, απλά λες ότι έχει συμβεί. Πιστεύεις ότι έχει συμβεί, νιώθεις ότι έχει συμβεί. Όλα αυτά γύρο σου, σήμερα, στον δικό σου παρόν είναι δικά σου δημιουργήματα γιατί ένιωσες, σκέφτηκες ότι θα γίνουν καιρό πριν, μια στιγμή πριν… Στο άπειρο σύμπαν ο χρόνος δεν προσδιορίζεται με νούμερα, με ώρες, είναι παρελθόν, παρόν και μέλλον. Χρειάζεται μόνο να έχεις γνώση.
             Ακλούθησε πρωτόγνωρη  σιωπή. Η θάλασσα κυμάτιζε χωρίς ήχους. Φυσούσε από νότια αλλά δεν κουνούσε τα μαλλιά μου. Είμαι μόνος εδώ. Αρχίζω να συνειδητοποιώ το παιχνίδι. Βιωματικές καταστάσεις ενώνονται, κάνουν μια εξίσωση γνώσεων  που μόνο εδώ υπάρχει το αποτέλεσμα.
‘’Θέλεις ξανά ν' αποτελειώσεις μοναχός
Ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει
Κάτω απ' τα ρούχα σου ξυπνάει ο πιο παλιός θεός
Μες τις βαλίτσες σου στριμώχνονται όλοι οι δρόμοι’’
Συνέχισα να ψιθυρίζω το τραγούδι με μάτια φωτεινά αυτή την φορά.


-     Το ταξίδι  που σιγομουρμουρίζεις δεν τελειώνει ποτέ, απλά μεταβάλλεται, μεταφέρεται. Είναι η ωρίμανση σου σαν οντότητα μέσα στο σύμπαν. Είσαστε τόσο όμορφες οντότητες… Κρίνατε όμως λάθος μέσα στον χρόνο τη δύναμη σας ,τη γνώση σας. Τρομάξετε! Την κρύψατε βαθιά στα τάρταρα σας και ορίσατε θρησκείες για εξουσίες, που με την σειρά τους όρισαν άλλες εξουσίες πιο απόμακρες από τον αρχικό σκοπό, την γνώση! Μεταβληθήκατε σε τέρατα απληστίας που δεν μπορείτε να ξεχωρίσετε την αγάπη από το μίσος και το συμφέρον, εφευρίσκοντας τον εγωισμό καταστρέψατε το είδος σας και τώρα…
           Άκουγα τη φωνή μέσα μου. Έβλεπα το φως  κατάματα να οργίζεται. Να σκουραίνει την λάμψη του και σιγά-σιγά το περιβάλλον μου, αυτή η δική μου διάσταση που έβαλα τον εαυτό μου για την πρώτη του προσαρμογή να χάνει τα χρώματα του. Γκριζάρει  την θάλασσα, τον ήλιο, τα νησιά… Όλα. Αφήνει μόνο το παράθυρο μου να αιωρείται εκεί, με το ίδιο μπλε του Αιγαίου χρώμα.
-     Είναι ακόμα η έξοδος σου, με πρόλαβε, διαβάζω από μέσα σου τα θέλω σου ,ένιωσα να μου λέει. Όπου να είναι θα αρχίσεις να πονάς αν αποδεκτής ότι θέλεις να πετάξεις μέσα από το παράθυρο. Ο δημιουργός σου, σου έδωσε αυτό το δικαίωμα. Ελευθερία! Ελευθερία στις επιλογές σου. θυμήσου όμως τον όρο… Ελευθερία με όρια, τα όρια του συνάνθρωπου σου.
-     Δεν θα σου πω εγώ, ούτε θα σε διατάξω τι να κανείς. Σκέψου ότι αυτή την στιγμή δίνεις εξετάσεις στον ίδιο σου τον εαυτό, μακριά από τις κακίες σου, τους εγωισμούς σου και τα πάθη σου. Είσαι ψυχικά γυμνός και μόνος. Παρέα,  τα συναισθήματα σου, να σου δείχνουν τα λάθη σου, οι κακές σου πράξεις, να γίνονται ενοχές και να σε τσακίζουν οι τύψεις. Μέσα από αυτές  μαθαίνεις. Μαθαίνεις να πονάς και όταν τις ξεπεράσεις, πιο δυνατός…
  -    Κάθισα αρκετά, εσύ ορίζεις μέσα στον  ναό σου τον χρόνο σου στο διάστημα. Στο κενό για κάποιους, αλλά μήπως η λύση έρχεται από εκεί;
           Δεν ήθελα να κοιτάξω άλλου, μόνο στο φως που αιωρήθηκε αργά και εξαϋλώθηκε. Ήρθε κρύο, ρίγος με κυριεύει. Έκλεισα τα μάτια. Γύρο μου κτίρια  γκρεμίζονται, θάλασσες  λυσσομανούν. Ουρλιαχτά του παρελθόντος διαλύονται οργισμένα πάνω μου. Πρόσωπα χαμένα, αγαπημένα ήρθαν δίπλα μου. Ένιωσα τους καθρέπτες του ναρκισσισμού μου και των ψεμάτων μου να σπάνε σε χιλιάδες κομμάτια. Ένιωσα την θάλασσα να ηρεμεί μαζί με μένα. Ένιωσα πάλι ένα χάδι να με ζεσταίνει.
       
Συναίσθημα  ευτυχίας.


        Όσο για την απόφαση μου…

Trip73p
1 8 / 0 1 /2 0 1 2


Σημ.: Στο παραπάνω κείμενο έχω δανειστεί στοίχους από το τραγούδι «Καινούρια ζάλη»
Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας  Μουσική: Τρύπες 

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Περιπλάνηση στους δρόμους μου. ver2

              Να ΄μια πάλι, στην ιδία βραδινή ρουτίνα μου. Ησυχία στο δωμάτιο, αυτοσυγκέντρωση στο βάθος του μυαλού μου. Ψάχνω μέσα στο κενό μου. Έχω κλείσει  φώτα, τηλεόραση, τα πάντα που θα ενοχλήσουν την σημερινή μου βόλτα.  Δεν γίνεται τίποτα. Όλα καλά κρυμμένα στο σκοτάδι.
             Αποφασίζω να ακούσω ρυθμικούς ήχους. Το μουσικό χαλί, όπως αποκαλούν οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί, την μελώδια που ακούγεται πίσω από την φωνή τους. Αρχίζει η μουσική να ξεθάβει την ιδέα. Σηκώνει αυλαία στο ίδιο πανομοιότυπα ρυτιδιασμένο σκηνικό της, αργά το βράδυ στην ίδια βροχερή πόλη.
           Ο ήρωας σήμερα είναι λίγο διαφορετικός. Χωμένος μέσα στο παλτό του, χωμένος μέσα στον μάλλινο του σκούφο για το κρύο. Δεν καπνίζει, δεν έχει πιει ούτε σταγόνα αλκοόλ. Περπατάει μονάχος για τον αγαπημένο του σημείο. Βρέχει δυνατά. Πάντα θα βρέχει.

           Με τα παραπάνω ,εάν όλα αυτά τα βλέπαμε από το μάτι της κάμερας, ήρθε η ώρα να κάνουμε ζουμ σε αυτό που λέμε κεντρικό πρόσωπο, τον ηρώα της ημέρας.
           Μπροστά μου, λοιπόν το λιμάνι. Εκείνη η είσοδος του λιμανιού που νιώθω ότι κάθε φορά που περνάω από έξω της αλλάζει χρώμα, κάγκελα, τοίχο. Κοντοστέκομαι.Δεν υπάρχει μέρος επάνω μου που να μην στάζει μαζί με την βροχή. Γίνεται ένα με την σχεδόν σιωπηλή διαμαρτυρία της φύσης που σήμερα είπε να εκδικηθεί λίγο τους ανθρώπους και να τους περιορίσει στα σπίτια τους. Υπερόπτης μερικές φορές, αυτό δεν ισχύ σε μένα!
                                                                    ~
           Βλέπω κιόλας την ανακατεμένη θάλασσα πολύ κοντά στα πόδια μου. Τα ματιά μου αρχίζουν να γυαλίζουν. Νιώθω την δεξιά μου τσέπη βαριά. Ξέρω πολύ καλά αυτό που την βαραίνει. Έγινε κάτω από συνειδητή επιλογή μιας βαρετής από την ανεργία ημέρας.
         -Μόνο για σένα, ψιθύρισα. Να το ακούσει η βροχή ,να πέσει στο βρόμικο δρόμο και με την χαραγμένη από τους ανθρώπους πορεία να καταλήξει στην θάλασσα.
           Άρχισε η ανάσα να αλλάζει. Δεν ιδρώνω πια, έχω ξεκάθαρο στόχο στο μυαλό. Ατέλειωτες μέρες εσωτερικής απομόνωσης και πάλης με οδηγούν εδώ σε αυτή την στιγμή. Σε αυτό που πολλοί αποκαλούν λύτρωση  – Φως! - άλλοι απλά, λύση και οι περισσότεροι, παραμένουν αδιάφοροι, γιατί, απλά δεν με γνωρίζουν.
           Με όλες αυτές τις σκέψεις  αλλά και τις δικές σου αναγνώστη μου, ψυλλιασμένε στο τι θέλω να πω, περπατώ στην παραλιακή ,φιλοξενούμενος σε αυτή την πόλη, τουρίστας που απλά έχασε από επιλογή του το τρένο και με τα πολλά… Να τος!
           Βροχερός, συννεφιασμένος διαβάτης με δυο κεραυνούς στα μάτια. Ανακάλυψη θησαυρού. Αλλά ποιος αλήθεια δίνει σημασία? Ούτε ο αυτοκινητιστής που μόλις πέταξε τα απόνερα του αδιαφορώντας αν έβρεξε κάποιον. Βρέχει θα μου πει, νερά έχει παντού. Και είναι αυτό που βλέπουμε όλοι. Νερά έχει παντού…
           Έτσι απλά χάσαμε την ουσία μας. Η μια βροχή έκανε ποτάμια, η δεύτερη τα φούσκωσε λίγο παραπάνω και όπως η ιστορία ξέρει καλά, θα μπορούσα να είμαι πάλι εδώ κάτω στην βροχερή μου παραλία μόνος, κατάμονος, σαν το κεντρικό μου πρόσωπο  με ένα όπλο στο χέρι, λίγες σφαίρες που χαρούμενα και αποφασισμένα γεμίζω στην γεμιστήρα.
           Απλές κινήσεις για μία ακόμα πιο απλή κίνηση. Όχι ρώσικες ρουλέτες με πιθανότητες αποτυχίας πια. Κουράστηκα και μόνο να ξέρω τις πιθανότητες μιας ακόμα αποτυχίας. Μία βολή κατευθείαν στο στόχο. Το απόλυτο ρεκόρ του σκοπευτή.
           Όλα τα αλλά ,βροχές, νερά, σύννεφα, λογοτεχνικές μπούρδες! Ένα μουσικό χαλί, για να πω με χαλαρό τρόπο, με κάποια δόση έμφασης  την ιδέα που πολλές φορές περνάει από τα ανίερα μερόνυχτα. Αλλά παραμένει μόνο μια ιδέα για το μέλλον.
                                                              ~
           Σε αντιπαράθεση, υπάρχουν εικόνες ξενοιασιάς, χαράς, έρωτα, δημιουργίας, λιγοστά πρόσωπα ανθρώπων  που δεν ζητάνε παρά μόνο δίνουν. Υπάρχει η ελπίδα! Αυτή η μοναδική ελπίδα του όσο αναπνέω παλεύω για το μικρό μου τίποτα!
          Στο παρόν, κλείνω το μάτι και αφήνω ένα ακαθόριστο χαμόγελο. Κάθομαι στον καναπέ μου σε πιο όρθια στάση, με το φορητό μπροστά μου να ακούω μουσική για άλλη μια φορά αργά το βράδυ.

                                                                                                            Trip73p
                                                                                                                                 1 1 / 0 1 / 2 0 1 2

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Σαν ...ένα αγγιγμα από νεράιδα.

Μια μέρα
Ένα στόμα θα ψιθυρίσει μαγικές λέξεις
Μέσα στο αυτί σου,
θα ελευθερώσει την ψυχή σου
Και θα σε πάρει από το χέρι,
Για βόλτα ατελείωτη,
Στο μουσείο των φαντασιώσεων.
Θα είναι αυτό,
που κάπου εκεί θα σε κοιτάζει,
Όταν κάνεις οτιδήποτε,
με μάτια λουσμένα στο φως,
Μαγεμένο από τον μυστικισμό της γοητείας σου…
Θα σε τυλίγει με τις ανάσες  μαύρου σεντονιού,
Πάνω σε σιδερένιο κρεβάτι
Και μέσα από λιτανείες
θα ξεπροβάλεις.
Το καλύτερο του έργο, σε μαρμάρινο γλυπτό.

Έτσι, ήρεμα,
Πάνω στην μικρή σου ησυχία
Μια μορφή θα γίνει η φασαρία σου .
Μικρά ξυλάκια θα κάνει τα πολυπόθητα όνειρα σου ,
φτιάχνοντας πύργο τρανό.
Θα κάτσει την μοναξιά σου τιμωρία
Και με μικρά διαλείμματα
Θα σου ελέγχει τα μικρά σου κύτταρα,
Αυτοϊκανοποίοντας τον ναρκισσισμό σου.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Περιπλάνηση στους δρόμους μου.

                                                             Θα μπορούσα να είμαι ένας γραφικός τύπος, μέσα από τις εικόνες που μου δίνουν τα τραγούδια του Tom Waits.Να με βάζω να περπατώ αργά, ίσως και λίγο περά δώθε, μέσα στην νύχτα. Στην πόλη μου φυσάει αυτή την στιγμή, αλλά εγώ θέλω να κρατήσω την χθεσινή βροχή μέσα στο μυαλό μου και έτσι να τριγυρνώ στους δρόμους. Με ένα τσιγάρο στο χέρι να το προφυλάσσω, πολύτιμο αγαθό, από την βροχή.
        Λιγοστά φώτα που χαίρονται στις γιορτές, χαμηλώνουν από ντροπή και χαιρετούν τους περαστικούς μέσα από τις λαμπερές βιτρίνες. Ευτυχώς λιγοστοί οι ξενύχτηδες διαβατές. Με προσπερνούν χωρίς να μου δίνουν πολύ σημασία.
        Δεν θέλω άλλωστε. Δεν με νοιάζει να με βλέπουν, να με δείχνουν. Γι αυτό ζω μόνο αργά το βράδυ ,όταν η μοναξιά τυλίγει τους ανθρώπους
                                                                    ~
        Συντροφιά τις παραπάνω σκέψεις, με φέρνω πάνω στην προβλήτα, περπατώ την Νίκης, χαμένος από την μαγεία αυτής της πόλης, που έχει χαθεί μαζί μου και αυτή. Είναι το γλυκό όνειρο κάθε Νοτιοελλαδίτη, χαμένο κάπου στην θολούρα από τα ξενύχτια και τις γυναίκες αυτή η παραλιακή. Όνειρο που έγινε πραγματικότητα και βρέθηκα να περπατώ εδώ.
       Αυτές οι ώρες είναι ο χρόνος της αυτοκριτικής τελικά. Με πιάνει  ο εαυτός μου, με καθίζει σε ένα σκαμνί και με αρχίζει, τι, που, πως, γιατί…

    -Ρε, δεν θέλω να σου πω κουβέντα, κατέβηκα να κάνω το τσιγαράκι μου και να τζάσω…

       Αλλά δεν καταλαβαίνει τίποτα αυτός. Με αρχίσει σαν συναυλία των Motorhead! Με τόσο εξάψαλμο  κάθομαι  στο παγκάκι εδώ, πίσω ο λευκός  Πύργος, στο βάθος  πλοία, θάλασσα, το λιμάνι δεξιά, φώτα και εγώ τα αγνοώ χαρακτηριστικά,  ψάχνοντας  τις τσέπες για το  2ευρω μήπως πάρω μια-δυο μπίρες.
       Δεν απαντάω στις ερωτήσεις του. Βαρέθηκα και αυτόν και ίσως όλα εδώ επάνω στον βορά. Αλλάζω στο μυαλό μου σταθμό για πιο John Lee Hooker ρυθμούς και στέλνω τον εαυτό μου να πάρει εκείνες τις μπύρες από το κοντινό περίπτερο, που όλοι τώρα το σκέπτεστε.

        Επιτέλους! Μοναξιά!

        Η ευτυχία της στιγμής. Αέρας, βροχή, κρύο. Αλλά νιώθω τόσο ζεστός μέσα μου. Ανάβω πάλι τσιγάρο. Ας είναι καλά ο φίλος που μου έδωσε το πακέτο. Κλείνω τα μάτια μου για να απόλαυσω, έχοντας χαράξει την εικόνα που μόλις είδα στα μάτια μου.

                                                                    ~
       Μια, δυο ρουφηξιές ήταν αρκετές και σαν τους γέρους γυρολόγους που μιλούσαν στα στοιχιά αυτές τις ώρες, άθελα μου ακούω τον βαρδάρη να μου ψιθυρίζει.

Μια μέρα
Ένα στόμα θα ψιθυρίσει μαγικές λέξεις
Μέσα στο αυτί σου,
θα ελευθερώσει την ψυχή σου
Και θα σε πάρει από το χέρι,
Για βόλτα ατελείωτη,
Στο μουσείο των φαντασιώσεων.
Θα είναι αυτό,
που κάπου εκεί θα σε κοιτάζει,
Όταν κάνεις οτιδήποτε,
με μάτια λουσμένα στο φως,
Μαγεμένο από τον μυστικισμό της γοητείας σου…
Θα σε τυλίγει με τις ανάσες  μαύρου σεντονιού,
Πάνω σε σιδερένιο κρεβάτι
Και μέσα από λιτανείες
θα ξεπροβάλεις.
Το καλύτερο του έργο, σε μαρμάρινο γλυπτό.

Έτσι, ήρεμα,
Πάνω στην μικρή σου ησυχία
Μια μορφή θα γίνει η φασαρία σου .
Μικρά ξυλάκια θα κάνει τα πολυπόθητα όνειρα σου ,
φτιάχνοντας πύργο τρανό.
Θα κάτσει την μοναξιά σου τιμωρία
Και με μικρά διαλείμματα
Θα σου ελέγχει τα μικρά σου κύτταρα,
Αυτοϊκανοποίοντας τον ναρκισσισμό σου.

       Σαν μελώδια καλοκαιρινής νύχτας ατελείωτου οργίου ακούστηκε μέσα μου. Το τσιγάρο είχε κιόλας καεί. Κιόλας? Σαν όλα να ήταν ακινητοποιημένα για λίγες στιγμές. Σαν να ξύπνησα μέσα σε όνειρο και αυτό να με κατάλαβε. Μάζεψε το σκηνικό του  γύρο μου ξαφνικά. Με άφησε ακούνητο να το βλέπω να χάνεται.
       Σε έπιασα, ήταν η λέξη που ήρθε στο μυαλό, αλλά δεν είχα πιάσει τίποτα. Στους εσωτερικούς μου λαβύρινθους κυριάρχησε χάος, όπως πάντα όταν πρέπει να σκεφτώ τι είναι αυτό που γεύομαι. Ο αέρας, τα λόγια που ένιωσα ότι άκουσα. Ο χρόνος που ίσως σταμάτησε να μου τα πει. Ο ανικανοποίητος εγωισμός που θέλει να ζήσει στέλνει μικρά ηλεκτροσόκ ιδεών και αισθήσεων.
       Ασυναίσθητα έβαλα τσιγάρο στο στόμα και το άναψα. Αν ήμουν ταινία θα με είχαν κόψει, σκέφτηκα, για τα μικρά παιδιά.  Σηκώθηκα, κούμπωσα καλύτερα το μπουφάν μου. Άρχισα τον δρόμο αντίστροφα για την πλατεία  Αριστοτέλους.  Έκανα ένα «κλακ» με τα δάκτυλα μου, άρχισε να σιγοβρέχει. Αργά εμφανίστηκαν οι γνώστες λιμνούλες και βρέθηκα να τρεκλίζομαι να τις περάσω.
                                                                      ~
       Θα πρέπει να τελειώσω αυτή την αγαπημένη μου περιπλάνηση στους δρόμους  τις πόλης μου. Έχει περάσει 4 το πρωί  και σε λίγο τα πρώτα λεωφορεία θα μου κάνουν παρέα και θα χαλάσουν τους ήχους τις πόλης που κοιμάται.
      -Καλά, ρε παιδία, όσοι κοιμούνται.

        Έτσι, φέρνω με γρήγορες κινήσεις τον ηρώα μου, εμένα δηλαδή πίσω. Έδω, που όλα άρχισαν να τριγυρνάμε στο μυαλό μου. Τα τραγούδια που με μάγεψαν σήμερα, τα άτομα που μίλησα, τα όνειρα που είδα χτες στον ύπνο μου και ακόμα με περικυκλώνουν...

                                                                                                            Ευχαριστώ!

                                                                                                                                                 Trip73p
                                                                                                                                          0 8 / 0 1 / 2 0 1 2